Οξεία μυελογενής λευχαιμία

Ποιες είναι οι αιτίες και η θεραπεία της οξείας μυελογενούς λευχαιμίας; Πόσο είναι δυνατόν να αυξηθεί η επιβίωση; (Γ. Φ., Ζωγράφου)

Ο διευθυντής της Αιματολογικής Κλινικής του ΤΥΠΕΤ Λάμπρος Τζιανούμης απαντά ότι για την ανάπτυξη της οξείας μυελογενούς λευχαιμίας έχουν ενοχοποιηθεί η κληρονομικότητα, η ακτινοβολία, χημικές ουσίες, επαγγελματική έκθεση σε τοξικούς παράγοντες και κυτταροστατικά φάρμακα. 

Χημική έκθεση στο βενζόλιο (που χρησιμοποιείται ως διαλυτικό στη βιομηχανία), το κάπνισμα, η έκθεση σε προϊόντα πετρελαίου, χρώματα, αρωματικά υγρά, αιθυλενοξείδιο, ζιζανιοκτόνα και εντομοκτόνα φάρμακα έχουν συσχετισθεί με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου. 

Τα τελευταία δέκα χρόνια υπάρχει αύξηση στην επίπτωση της νόσου.Η ανταπόκριση στη θεραπεία και η επιβίωση εξαρτώνται από πληθώρα προγνωστικών παραγόντων που σχετίζονται με τα κλινικά χαρακτηριστικά του ασθενούς. 

Η ηλικία, η υπόλοιπη υγεία του, ο καρυότυπος και οι γονιδιακές μεταλλάξεις αποτελούν τους πιο ισχυρούς προγνωστικούς παράγοντες. Μετά τη διάγνωση και την ταξινόμηση της νόσου με καρυότυπο και μοριακό έλεγχο, η θεραπεία χωρίζεται σε δύο φάσεις: θεραπεία εφόδου και θεραπεία μετά την ύφεση. 

Στόχος είναι η ταχεία πρόκληση πλήρους ύφεσης, που αφού επιτευχθεί η θεραπεία, συνεχίζεται για να παραταθεί η επιβίωση. Οι θεραπείες εφόδου-ύφεσης επιλέγονται με βάση την ηλικία του αρρώστου. Τα αποτελέσματα θεραπείας με φάρμακα, όπως η κυτταραβίνη και οι ανθρακυκλίνες σε ασθενείς κάτω των 60 ετών, φαίνεται να αυξάνουν τη συχνότητα ύφεσης-ίασης.Η επίτευξη μιας πρώτης πλήρους ύφεσης διαρκείας είναι κρίσιμη για τη μακροπρόθεσμη επιβίωση χωρίς νόσο των ασθενών. 

Οι περισσότεροι ασθενείς με πλήρη ύφεση υποτροπιάζουν και ο μοναδικός τρόπος για ίαση είναι η μεταμόσχευση αρχέγονων κυττάρων (αυτόλογη-αλλογενής μεταμόσχευση), ανάλογα με τη μοριακή-κυτταρογενετική εικόνα του ασθενούς. Η αλλογενής χρησιμοποιείται σε ασθενείς μικρότερης ηλικίας των 60-70 ετών, με συμβατό δότη και υψηλού κινδύνου κυτταρογενετικά. Οι προγνωστικοί παράγοντες καθορίζουν την επιλογή των ασθενών με πρώτη πλήρη ύφεση, στους οποίους η μεταμόσχευση θα είναι αποτελεσματική. 

Οταν μετά την πλήρη ύφεση εμφανιστεί υποτροπή, ο ασθενής θα πρέπει - εφόσον είναι κατάλληλος για αλλογενή μεταμόσχευση - να υποβληθεί αμέσως σε αυτήν. 

Η μακροπρόθεσμη επιβίωση χωρίς νόσο είναι 30%-50% με αλλογενή και 20% με αυτόλογη. 

Ο σημαντικότερος παράγοντας που καθορίζει την ανταπόκριση στη μεταμόσχευση είναι η διάρκεια της πλήρους ύφεσης που έχει επιτευχθεί με την προηγηθείσα χημειοθεραπεία.